Λεθιωτάκης Εμμανουήλ

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Λεθιωτάκη Εμμανουήλ του Ιωάννου.

Γεννήθηκε το 1915 στο χωριό Δάφνη Σητείας της κοινότητας Κρυών. Ο πατέρας της Ιωάννης καταγόταν από το Τσω, σήμερα Αγία Τριάδα. Η μητέρα του Αικατερίνη το γένος Αϊβαλιώτη. Φοίτησε στο Δημοτικό Σχολείο Πεύκων το οποίο και τελείωσε για να εγγραφεί στη συνέια στο τότε εξατάξιο Γυμνάσιο Σητείας και στην Α’ τάξη το έτος 1927-28. Ο προαγωγικός βαθμός από τάξη σε τάξη, ιδιαίτερα ικανοποιητικός, μαρτυρεί την επιμέλεια και την φιλομάθειά του.

Αποφοίτησε από το Γυμνάσιο το 1933 με βαθμό «Λίαν καλώς» (9). Το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου ύστερα από τετραήμερο(!) ταξίδι από τη Σητεία φθάνει στον Πειραιά παρέα με τον αγαπητό του φίλο και συμμαθητή Ανδρέα Αντ. Ανηψητάκη. Παρακολουθούν και οι δυο φροντιστηριακά μαθήματα στο φροντιστήριο Δ.Κλαδάκη (Ιπποκράτους).

Ύστερα από επιτυχείς εξετάσεις εισάγεται και φοιτά στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων από όπου αποφοιτά με το βαθμό του Ανθυπολοχαγού του Πυροβολικού το 1937. Η κατάταξη του στο πυροβολικό είναι απόδειξη μιας καλής σειράς αποφοίτησης. Κατά τη διάρκεια της φοίτησης στη σχολή επισκέπτεται σε κάθε έξοδο του τον καλό του φίλο, Ανδρέα Αντ. Ανηψητάκη.

Το 1939 υπηρετεί ως ανθυπολοχαγός στη Δράμα όπου και συναντάται και πάλι με το φίλο του και έφεδρο τώρα ανθυπολοχαγό Ανδρέα. Σε φωτογραφία ένστολος και έφιππος με το άλογο σε ανόρθωση αφήνει έκπληκτο και εμβρόντητο το φίλο του για την επιβλητικότητα του παραστήματός του. Μια φωτογραφία έκφραση της αγέρωχης στάσης Έλληνα Αξιωματικού κατά τη μαρτυρία του φίλου του Ανδρέα

Συμμετέχει ως αξιωματικός Πυροβολικού στο νικηφόρο ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 και στη συνέχεια στον ελληνο-γερμανικό που δυστυχώς και για τον ίδιο και για την Ελλάδα δεν είχε το ίδιο αποτέλεσμα. Ο Ελληνικός στρατός αδυνατεί να εμποδίσει τους Γερμανούς , που από τις 6 Απριλίου του 1941 έχουν εισβάλει στην Ελλάδα, να καταλάβουν και την ΑΘήνα, (27-4-41).
Η ελληνική κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Εμμ . Τσουδερό και ο βασιλιάς Γεώργιος Β’ αναχωρούν αμήχανοι για την Κρήτη και Αίγυπτο. Η στρατιωτική ηγεσία (Σωματάρχης Τσολάκογλου) συνθηκολογεί στις 24 Απριλίου και αρχίζει η οπισθοχώρηση του στρατού μας.
Ο Εμμανουήλ Λεθιωτάκης με πληγωμένη την εθνική του υπερηφάνεια αδυνατεί να επιστρέψει στην ιδιαίτερή του πατρίδα, τη Δάφνη και τη Σητεία καταδικάζοντας τον εαυτό του σε απραξία προσωπική και εθνική. Η φιλοπατρία του δεν επιτρέπει μια ήσυχη και ασφαλή ζωή. ΤΟ μίσος κατά τον κατακτητή παραμένει άσβηστο.

Μετά από επιτυχείς εξετάσεις (2ος επιτυχών) θεωρείται φοιτητής, στο Πολυτεχνείο Αθηνών. Η κατοχική όμως περίοδος, ο φοβερός χειμώνας του 41-42, η πείνα της χρονιάς εκείνης διακόπτουν την ομαλή του πορεία. Η ίδια επιβίωση του στην Αθήνα είναι δυσεπίλυτο πρόβλημα. Γράφει στον πατέρα του στη Δάφνη, ο οποίος μάται προσπαθεί να του στείλε τρόφιμα με μικρά πλοιάρια από το Μόχλος, και του μεταφέρει την αγωνία του και την ωμή πραγματικότητα: << πατέρα, σε μένα φθάνουν όχι τα τρόφιμα αλλά η μυρωδιά τους. και άδειο σακί δε στέκει, νηστικό αρκούδι δε χορεύει. >>

Ύστερα από τον αιφνιδιασμό και το γενικότερο πανικό που επικράτησε με την είσοδο των Γερμανών στην ΑΘήνα (27-4-41) ύστερα από την αμηχανία των πρώτων ημερών και μηνών, Σύνδεσμοι ανώτερων αξιωματικών συντονίζουν τις ενέργειες για συνέχιση του Αγώνα. Προτείνεται σε πολλούς αξιωματικούς φυγάδευση στη Μ.Ανατολή όπου έχει μεταφερθεί το Γενικό Στρατηγείο Ενόπλων Δυνάμεων. Και ο Εμμανουήλ Λεθιωτάκης μαζί με άλλους ηρωικούς μαχητές αλβανικού έπους προδομένοι από τη φιλοαξονική ηγεσία τους ανησυχούν για την τύχη της πατρίδας τους.

Για να δώσει νόημα στη ζωή του, στη ζωή ένος Έλληνα αξιωματικού, αγόρασε μαζί με 18 άλλους Έλληνες αξιωματικούς ένα μικρό πλοιάριο για διαφυγή τους στη Μ. Ανατολή και συνέχιση εκεί του κοινού Αγώνα εναντίον του κατακτητή κάτω από της Δ/γες του Γενικού Στρατηγείου που είχε έδρατο Κάιρο. (Κατά μια πληροφορία, της κ. Ελένης χήρας Εμμ. Δαουράκη, στο πλοιάριο επέβαινε και η γνωστή μας Σοιρία Βέμπο, η τραγουδίστρια της Νίκης).

Η ομάδα αυτή των αξιωματικών φλέγεται από την ίδια επιθυμία έχει την ίδια φιλοδοξία : να προσφέρει με τις δυνάμεις που διαθέτει για την τελική νίκη και απελευθέρωση της πατρίδας. Και ο Εμμανουήλ Λεθιωτάκης, με κλονισμένη ήδη την υγεία του, πιστός Βενιζελικός , σε μια δύσκολη ακόμη περίοδο πολιτική και κομματικής όξνσης και εμπάθειας προτάσει τη φιλοπατρία του όπως και τόσοι άλλοι πατριώτες.

Στο ταξίδι αυτό, την άνοιξη του 1942, με αφετηρία λιμάνι της Πελοποννήσου ( σύμφωνα με της μαρτυρίες δυο συνταξιδιωτών συντρόφων αξιωματικών που επέζησαν και επέστρεψαν, του Δέδε και του Λαδά) ο Εμμ. Λεθιωτάκης έρχεται αντιμέτωπος με το μοιραιο. Η θαλασσοταραχή, η θύελλα και η ανεμική έφεραν σε δεινή θέση το πλοιάριο. Μάταιες οι προσπάθειες για αντιμετώπιση της μανιασμένης θάλασσας. Οι νεαροί αξιωματικοί επιστρατεύουν τα πάντα για άμυνα. Μέσα σ’αυτή τη συλλογική προσπάθεια και η προσπάθεια του Εμμ. Λεθιωτάκη : με ένα αντίσκηνο (αδιάβροχο πανί) προσπαθεί να καλύψει τη μηχανή, έργο βασικής σημασίας για σωτηρία και συνέχιση του ταξιδιού τους. Εκεί, στην εκτέλεση του καθήκοντος, μέγα κύμα τον παρασύρει. Και ο χάρος τον βρίσκει όρθιο ενθαρρύνοντας τους συντρόφους του και εμάς σαν άλλος καζαντζακικός Οδυσσέας: << Όρτσα, παιδιά, και πρίμο φύσηξε του χάρου το αγεράκι ! >> (Οδύσσεια Ω 1396)

Οι σύντροφοι του συνεχίζουν το ταξίδι με μια απουσία : του Εμμανουήλ Ιωάννου Λεθιωτάκη. Το ημερολόγιο » έγραφε 21 Μαρτίου 1942. Τόποι της τραγωδίας: το Αιγαίο πέλαγος οι ακτές της Χίου.

Οι σύντροφοί του επιστρέφουν στην μετακατοχική Ελλάδα χωρίς τον Εμμανουήλ Λεθιωτάκη. Η επιστροφή αυτή προκαλεί θαυμαστικά αλλά αφήνει και κάποια αναπάντητα ερωτήματα ο θάνατος αυτός, ο θάνατος ενός πατριώτης , ενός ήρωα της Αλβανίας, ενός Έλληνα.

Ο θάνατός του γίνεται γνωστός στη μικρή κοινωνία της Δάφνης ύστερα από λίγους μήνες. Όχι όμως και στους γονείς του, που, πρέπει να σημειωθεί εδώ, τον έχουν μοναχόπαιδο. Το 1945 μετά τη λήξη του πολέμου γνωστοποιείται και στους γονείς το τραγικό συμβάν : νεκρός ή αγνοούμενος; Η μητέρα δε διακρίνει διαφορά και πάει για να τον συναντήσει λίγους μήνες αργότερα στα «δώματα » του Άδη. Ο πατέρας «προτιμά» το «αγνοούμενος » με περίσσευμα ψυχικής αντοχής και συντάσσει τη διαθήκη του θεωρώντας << μοναδικόν κληρονόμον τον αγαπημένων υιόν Εμμανουήλ, αξιωματικόν του Πυροβολικού. >> Στην αντίθετη περίπτωση, αν » επαληθεύσει » το «νεκρός» , κληρονόμος ορίζεται και το γυμνάσιο Σητείας «ως το οποίον ο προσφιλής υιός Εμμανουήλ εφοίτησε και εδιδάχθη την αγάπην προς την πατρίδα ήτις και τον οδήγησεν εις την εκτέλεσιν του υπέρτατου καθήκοντος .»

Και ύστερα, μετά τη θύελλα και την καταχνιά του πολέμου, της κατοχής και του εμφυλίου, το 1950-51 η πατρίδα ευγνωμονούσα τα παιδιά της προχωρεί σε μια συμβολική κίνηση έκφρασης τιμής, αδύναμης βέβαια να απαλύνει τον πόνο της χαροκαμένεις οικογένειας : χορηγείται σύνταξη 550 δρχ. στην οικογένια του νεκρού, πεσόντος υπέρ πατρίδος >> Ως ηθική ικανοποίηση και αμοιβή λογάται για τον άτυχο αλλά υπερήφανο πατέρα : ουδέποτε στο σύντομο διάστημα της ζωής που του απομένει (ο θάνατος έρχεται το 1952) ο δυστυχής αλλά και εθνικά υπερήφανος πατέρας εισπράττει προσωπικά τη χορηγηθείσα σύνταξη. Γι’ αυτόν ο Εμμανουήλ Μιχ. Λεθιωτάκης εισπράττει το βοήθημα και του το επιδίδει στο χωρίο. Ένα βοήθημα,μια ηθική αμοιβή ένα θυμίαμα για ένα παλλικάρι 27 χρονών που βρήκε τραγικό θάνατο σ’ένα απέραντο γαλάζιο και υγρό τάφο.

Ο δήμος Σητείας τιμώντας τη μνήμη του ήρωα έδωσε το όνομά του σε οδό της πόλης που αρχίζει από τη βόρεια πλευρά και είσοδο του Γυμνασίου στο οποίο ο αείμνηστος Εμμ. Λεθιωτάκης φοίτησε.

Αείμνηστε Εμμανουήλ Ιωάννου Λεθιωτάκη,

ας είναι δροσερά τα γαλάζια νερά του Αιγαίου που σε κράτησαν και σε κρατούν.

Η μνήμη σου αιώνια.

Τα λόγια αυτά ας είναι επιμνημοσύνη δέηση, ας είναι ελάχιστη έκφραση ευχαριστίας και ευγνωμοσύνης θυμίαμα τα λόγια αυτά ας είναι.

Δικαιούσαι, αείμνηστε, να σιγοψιθυρίζεις τους στίχους του καζαντζακικού Οδυσσέα :

«Ελευτεριά, για σένα χάνουμαι, μα θα ρθουν πίσω μου άλλοι, στρατός οι γιοι μου και τ’αγγόνια μου και θα σε λευτερώσουν !

Μην κλαις, κερά , κι εγώ θ’αναστηθώ και θα σε αρπάξω πάλε.

«Για λευτεριά παλεύω και πονώ και πλερμή δε θέλω! «

«Ελευθεριά θα μπει να μάχεσαι στη γη χωρίς ελπίδα «

Θέλω στη Συνέχεια να ευχαριστήσω θερμά τους :

1) Ανηψητάκη Ανδρέα του Αντ. , ετών 90, συνταξ. φαρμακοποιό, κάτοικο Σητείας, φίλο και συμμαθητή του Εμμαν. Λεθιωτάκη,

2) Δαουράκη- Ανηψητάκη Ελένη, χήρα Εμμανουήλ Δαουράκη κάτοικο Σητείας,

και 3) Λεθιωτάκη Εμμανουήλ του Μιχαήλ, γεωργό, κάτοικο Δάφνης Σητείας, ετών 86 πρώτο εξάδελφο του αειμνήστου Εμμ. Λεθιωτάκη για τις χρήσιμες και σημαντικές πληροφορίες που μου έδωσαν. Χωρίς αυτές θα αδικούσαμε έναν αληθινό ήρωα.

Σημαντικά, επίσης, τα στοιχεία που συλλέξαμε μελετώντας το αρχείο του Ενιαίου Λυκείου Σητείας ( εξατάξιου Γυμνασίου τότε) και ευχαριστούμε γι’ αυτό τους υπεύθυνους τήρησής του.

Να προσθέσω, τέλος, πως στον τραγικό θάνατο του αειμνήστου Εμμανουήλ Ιωάννου Λεθιωτάκη αναφέρεται και ο φιλόλογος Εμμανουήλ Γεωργ. Κουτσαντωνάκης, στην ανέκδοτη εργασία του με τίτλο << Τα κρυ(γι)ά και οι οικισμοί της τέως κοινότητας κρυών>> Σελ.186

Σητεία 2 Μαρτίου 2005

Μιλτιάδης Παπαδάκης του Εμμ.

Φιλόλογος Ενιαίου Λυκείου Σητείας !